Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νηπιεύομαι
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νηοσόος
νηοσσόος
νηοῦχος
νηοφθόρος
νηοφόρα
νηοφόρος
νήοχος
νηπαθής
νήπαυστος
νηπεδανός
νήπειος
νηπεκτής
νήπεκτος
νηπελέω
νηπενθέως
νηπενθής
νηπευθής
Νηπήϊον πεδίον
νηπιάα
νηπιάας
νηπιάζω
νηπιάη
νηπίασις
νηπιαχεύω
νηπίαχος
νηπιάχω
νηπιαχώδης
νηπιέη
νηπίειος
νηπίεος
νηπιεύομαι
νηπιόεις
νηπιοκτόνος
νηπιοπρεπής
νήπιος
νηπιότης
νηπιοτροφέω
νηπιοφανής
νηπιοφροσύνη
νηπιόφρων
νηπιώδης
νήπλεκτος
νήπλυτος
νήποδες
νηποινεί
νηποινί
νήποινος
νήποτμος
νήπους
νήπτης
νηπτικός
νηπυθής
νήπυστος
νηπύτα
νηπυτία
νηπυτιεύομαι
νηπύτιος
Νηρεί
Νήρειος
Νηρεΐς
νηρείτης
…
νηπιεύομαι
Save
LSJ
Pape
νηπῐ-εύομαι,
= νηπιαχεύω, Sch.D
Il.
22.503.
νηπιεύομαι
, = νηπιαχεύω,
VLL
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}