νηπιοκτόνος
νηπιοκτόνος, slaying children
νηπῐοκτόνος, ον,
- slaying children, διάταγμα LXX Wi. 11.7.
νηπιο·κτόνος, ος, ον, qui fait mourir les enfants en bas âge, Spt. Sap. 11, 18.
Étym. νήπιος, κτείνω.
νηπιοκτόνος, Kinder tötend, Sp.