νηπιάχω
νηπῐ-άχω [ᾰ],
- = νηπιαχεύω, A.R. 4.868, Mosch. 4.22, Opp. C. 2.343.
νηπιάχω [ᾰ]
1 être tout petit, Mosch. ||
2 c. νηπιάζω, A. Rh. 4, 868.
νηπιάχω, = νηπιαχεύω, Ap.Rh. 4.868 ; Mosch. 4.22.
νηπιάχω,
= νηπιᾰχεύω, Mosch.