Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νήπλυτος
νήπλυτος, unwashed
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νήπεκτος
νηπελέω
νηπενθέως
νηπενθής
νηπευθής
Νηπήϊον πεδίον
νηπιάα
νηπιάας
νηπιάζω
νηπιάη
νηπίασις
νηπιαχεύω
νηπίαχος
νηπιάχω
νηπιαχώδης
νηπιέη
νηπίειος
νηπίεος
νηπιεύομαι
νηπιόεις
νηπιοκτόνος
νηπιοπρεπής
νήπιος
νηπιότης
νηπιοτροφέω
νηπιοφανής
νηπιοφροσύνη
νηπιόφρων
νηπιώδης
νήπλεκτος
νήπλυτος
νήποδες
νηποινεί
νηποινί
νήποινος
νήποτμος
νήπους
νήπτης
νηπτικός
νηπυθής
νήπυστος
νηπύτα
νηπυτία
νηπυτιεύομαι
νηπύτιος
Νηρεί
Νήρειος
Νηρεΐς
νηρείτης
Νηρεύς
Νηρηίδες
Νηρηΐνη
Νηρηΐς
νηρηΐς
νήριθμος
Νηρίκιος
Νήρικος
νήριον
νηρίπη
νῆρις
νήριστος
…
νήπλυτος
Save
νήπλυτος, unwashed
LSJ
νήπλῠτος, ον,
unwashed,
cj. in
Anacr.
21.6.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}