νηπυτιεύομαι
νηπυτιεύομαι, to play child’s tricks
νηπῠτι-εύομαι,
- play childʼs tricks, AP 11.140 (Lucill.).
νηπυτιεύομαι [ῠ] agir comme un petit enfant, Anth. 11, 140.
Étym. νηπύτιος.
νηπυτιεύομαι, kindisch sein, Kinderei treiben, τινί, Lucill. 27 (XI.140).
νηπυτιεύομαι
νηπῠτιεύομαι,
- Dep. to play childʼs tricks, Anth. from νηπύτιος (ῠ)