νηπυτία Save LSJ Bailly 2024 Pape νηπῠτί-α, ἡ, [Entry deleted in Supp. See νηπύτιος.] *νηπυτία, ion. νηπυτίη, ης (ἡ) enfance, A. Rh. 4, 791. Étym. νηπύτιος. νηπυτία, ἡ, Kindheit, Ap.Rh. 4.791, σὲ γὰρ δὴ ἐξ ἔτι νηπυτίης αὐτὴ τρέφον.