ναυηγέω Save LSJ Bailly 2024 Pape ναυ-ηγέω, ναυ-ηγία, ναυ-ήγιον, ναυ-ηγός, Ion. for ναυαγ-. ναυηγέω-ῶ, v. ναυαγέω. ναυηγέω, ion. = ναυαγέω.