ναυκλήριον
ναυκλήριον, ship of a ναύκληρος
ναυκλήρ-ιον, τό,
- ship of a ναύκληρος, in pl., property in ships, D. 23.211, Plu. Apophth. Lac. 2.234f: sg., POxy. 87.7 (iv A. D.).
- II = ναύσταθμος, E. Rh. 233 (lyr., pl.).
ναυκλήριον, ου (τὸ)
1 navire frété, Dém. 690 fin ; Plut. M. 234f ||
2 station pour les navires, Eur. Rhes. 233 au pl.
Étym. ναύκληρος.
ναυκλήριον, τό, Schiff des ναύκληρος, Seefrachtschiff ; ὃς μέγιστα ναυκλήρια κέκτηται καὶ κατεσκεύακε τὴν πόλιν αὐτοῖς, Dem. 23.211 ; Strab. 5.3.5, u. Plut.
Bei Eur. Rhes. 233 wird ναυκλήρια = ναύσταθμος erkl.
Bei Eur. Rhes. 233 wird ναυκλήρια = ναύσταθμος erkl.
ναυκλήριον, ου, τό,
from ναύκληρος
- Ithe ship of a ναύκληρος, Dem.
- II= ναύσταθμος, Eur.