ναυκληροκυβερνήτης
ναυκληροκυβερνήτης, pilot of the ship of a ναύκληρος
ναυκληρο-κῠβερνήτης, ου, ὁ,
- pilot of a ναυκλήριον, Wilcken Chr. 434.4 (iv A. D.), etc.
ναυκληροκυβερνήτης, pilot of the ship of a ναύκληρος