ναυκραρικός
ναυκραρικός, of or for a ναύκραρος or ναυκραρία
ναυκραρ-ικός, ή, όν,
- of or for a ναύκραρος or ναυκραρία, ἀργύριον Lex Solonis ap. Arist. Ath. 8.3, cf. Harp. s.v. ναυκραρικά.
ναυκραρικός, [ρᾱ], ή, όν, die ναυκραρία, τὰ ναυκράρια betreffend, zu einer Naukrarie gehörig, nach Harp. alte v.l. für ναυκρατητικά od. ναυκρατιτικά bei Dem. 24.11.