Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ναυκρατίτης
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ναυηγέτης
ναυηγέω
ναυηγία
ναυηγίη
ναυήγιον
ναυηγός
ναύκλαρος
Ναυκλείδης
ναυκληρέω
ναυκλήρημα
ναυκληρία
ναυκληρικός
ναυκλήριον
ναυκληροκυβερνήτης
ναυκληρομάχιμος
ναύκληρος
ναυκληρώσιμος
Ναυκλῆς
ναυκόρος
ναυκράρια
ναυκραρία
ναυκραρικός
ναύκραρος
ναυκρατέω
ναυκρατής
ναυκράτης
Ναυκράτης
ναυκρατητικός
ναυκρατία
Ναύκρατις
Ναυκρατίτης
Ναυκρατιτικός
ναυκράτωρ
ναῦλα
ναυλαῖον
ναύλας
ναῦλλον
ναυλοδόκος
ναυλολογέω
ναῦλον
ναῦλος
ναυλοχέω
ναυλοχία
ναυλόχιον
ναύλοχον
ναύλοχος
Ναύλοχος
ναυλόω
ναυλώσιμος
ναυλωτικός
ναῦμα
ναυμαχέω
ναυμάχημα
ναυμάχης
ναυμαχησείω
ναυμαχητέον
ναυμαχητέος
ναυμαχία
ναυμαχικός
ναύμαχος
ναυμάχος
…
Ναυκρατίτης
Save
Bailly 2024
Ναυκρατίτης,
ου
,
adj. m.
de Naukratis,
Anth.
13, 25
.
Étym.
Ναύκρατις
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}