ναύστολος
ναύστολος, crossing the water
ναύστολος, ον,
- dispatched or equipped as a ship, crossing the water, A. Th. 858.
ναύ·στολος, ος, ον, qui va par mer, maritime, Eschl. Sept. 858.
Étym. ναῦς, στέλλω.
ναύστολος, zu Schiffe fahrend ; θεωρίς, Aesch. Spt. 940 ; auch Sp.
ναύστολος
ναύ-στολος, ον
στέλλω
- crossing the water, Aesch.