Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παραπηρόομαι
παραπηρόομαι, to be mutilated
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παραπειράομαι
παραπείρω
παράπεισις
παραπειστέον
παραπειστικός
παραπελάζειν
παραπελεκάομαι
παραπελεκάω
παραπεμπτέος
παραπέμπω
παράπεμψις
παραπεπλεγμένως
παραπέπταμαι
παραπεριπατέω
παραπέρνημι
παραπέσσια
παραπέταλος
παραπέταμαι
παραπετάννυμαι
παραπετάννυμι
παραπέτασμα
παραπέτομαι
παραπεφυλαγμένως
παράπεψις
παράπηγμα
παραπήγνυμι
παραπηγνύω
παραπηδάω
παραπηκτέον
παραπηλωτός
παραπηρόομαι
παραπηρόω
παραπήχιον
παράπηχυ
παράπηχυς
παραπιέζω
παραπιέσις
παραπιεσμός
παραπικραίνω
παραπικρασμός
παράπικρος
παραπίμπλημι
παραπίμπραμαι
παραπίμπρημι
παραπιπράσκω
παραπίπτω
παραπιστεύω
Παραπίτα
παραπιτνάω
παραπλαγιάζω
παραπλαγιασμός
παραπλάγιος
παραπλάζω
παραπλανάομαι
παραπλανάω
παράπλασμα
παραπλασμός
παραπλάσσω
παράπλαστος
παράπλεγμα
παράπλειος
…
παραπηρόομαι
Save
παραπηρόομαι, to be mutilated
LSJ
παραπηρόομαι, Pass.,
to be mutilated,
Ph.
2.230.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}