παραπέταμαι Save Bailly 2024 Pape παρα·πέταμαι, (d’où impf. 3 sg. sync. παρέπτατο) c. παραπέτομαι, Ar. Th. 1014 || ➳ Prés. poét. παρπέταμαι, Call. Ep. 33. παραπέταμαι, s. παραπέτομαι.