Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παραπομπεύω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παραπλησιάζω
παραπλησιαίτερον
παραπλήσιος
παραπλησίως
παραπλήσσω
παραπλήττω
παραπλόκαμος
παραπλοκή
παραπλομένοισι
παραπλόμενος
παράπλοος
παράπλους
παράπλωμα
παραπλώω
παραπνέω
παραπνοή
παραπόδας
παραποδίζω
παραπόδιος
παραποδισμός
παραποδιστός
παραποδύομαι
παραποθνῄσκω
παραποιέω
παραποίημα
παραποίησις
παραπολαύω
παραπόλλυμι
παραπολύ
παραπομένω
παραπομπεύω
παραπομπή
παραπομπικά
παραπόμπιμος
παραπομπός
παραπόντιος
παραπορεύομαι
παραπορθμεύω
παραπορρίπτω
παραπόρφυρος
Παραποτάμιοι
παραποτάμιος
παραποφαίνομαι
παράπρασις
παραπράσσω
παραπράττω
παραπρεσβεία
παραπρεσβευτής
παραπρεσβεύω
παράπρημα
παραπρήσσω
παράπρισις
παράπρισμα
παραπρόειμι
παραπροθεσμέω
παραπροθεσμία
παραπρολέγω
παραπρονοέω
παραπροσδέχομαι
παραπροσέχω
παραπροσποιέομαι
…
παραπομπεύω
Save
LSJ
παραπομπ-εύω,
= παραπέμπω, νῆα Sch.
Opp.
H.
1.186.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}