παραποδιστός
παραποδιστός, impeded, obstructed
παραποδ-ιστός, ή, όν,
- impeded, obstructed, Arr. Epict. 1.25.3.
παραποδιστός, ή, όν, vb. de παραποδίζω, Arr. Epict. 1, 25, 3.
παραποδιστός, impeded, obstructed