παρασχιστικός
παρασχιστικός, pertaining to a παρασχιστής I
παρα-σχιστικός, ή, όν,
- pertaining to a παρασχιστής I, θεραπεία PTaur. 9.12, cf. 8.14, 20 (ii B.C., dub. l.).