παρατείνω
παρατείνω, to stretch out along
- stretch out along, beside, or near, χεῖρες παρατεταμέναι Hp. Fract. 13; βραχίων παρὰ τὰς πλευρὰς παρατεταμένος Id. Art. 1; extend, deploy, τὴν φάλαγγα X. An. 7.3.48; π. ἔλυτρον Hdt. 1.185; παρετέτατο ἡ τάφρος X. An. 1.7.15: —Pass., extend along (v. infr. II.1); to be stretched at length, laid low, Ar. Nu. 213.
- 2 stretch on the rack, torture, Plu. Sanit. 2.135d: metaph., X. Cyr. 1.3.11:—Pass., to be tortured, λιμῷ Pl. Smp. 207b; to be worn out, c. part., παρετάθη μακρὰν ὁδὸν πορευθείς X. Mem. 3.13.6; παρατέταμαι λιπαρὰ κάπτων I am nigh dead with eating dainties, Ar. Fr. 506.1; γελῶντες . . ὀλίγου παρετάθησαν Pl. Euthd. 303b; παραταθήσεται ὑπὸ σοῦ . . θαμὰ λέγοντος Id. Ly. 204c; but πολιορκίᾳ παρατενεῖσθαι ἐς τοὔσχατον will strain themselves to the uttermost, hold out to the last, Th. 3.46.
- 3 prolong, protract, τοὺς λόγους Arist. Po. 1455b2; μῦθον ib. 1451b38; ἐπὶ πλεῖον τὴν διάσκεψιν Luc. Icar. 29, cf. DMort. 14[4].2; τὴν ἀκρόασιν Id. Im. 13:—Pass., Id. Am. 4, etc.; ἐνεστῶτος τοῦ παρατεινομένου A.D. Synt. 253.3.
- b delay, τὴν ἀπόδοσιν POxy. 237 viii 10 (ii A. D.).
- 4 apply a figure to a straight line, Pl. Men. 87a: abs., Id. R. 527a.
- 5 κοιλίαν π. relax the bowels, Philistio ap. Ath. 3.115e.
- 6 lengthen in pronunciation, ὄνομα Luc. Luct. 13; prolong a sound, of echo, Id. Dom. 3.
- II intr., stretch or lie beside or along, of a wall, a line of country, etc., Hdt. 1.180: c. acc. loci, τὰ πρὸς τὴν ἑσπέρην φέροντα ὁ Καύκασος παρατείνει ib. 203, cf. Th. 4.8:—Pass., παρατέταται ὄρος Hdt. 2.8, cf. 4.38; ἡ δέ γʼ Εὔβοια. . ἡδὶ παρατέταται (with a pun on signf. I.1 in next line), Ar. Nu. 212; also παρατείνειν παρὰ τὰ μέρη Plb. 6.31.5: c. dat., π. τῷ κόλπῳ Str. 8.2.2: so metaph., ψυχὴ μικρῷ σώματι -τείνουσα Demetr.Lac. Herc. 1055.10.
- 2 extend, ἀπὸ τοῦ ἐντέρου κάτω π. Arist. HA 529a22; extend over, πάντας χρόνους καὶ τόπους Aristid. 1.11 J.
- 3 of Time, extend, ἐνιαυτοῦ μῆκος π. J. AJ 15.7.4; παρατείνοντος τοῦ πότου Parth. 8.5; πόλεμος π. εἰς ἔτη μʹ App. Syr. 48; continue oneʼs life, live, ἕως . ., μέχρι . ., Plu. VOrat. 2.832f, 839e; ἐπὶ τρεῖς γενεάς Luc. Macr. 3.
- 4 as aux. Verb, c. part., ποῖ παρατενεῖς δεδιὼς ταῦτα; how long will you go on fearing this ? Philostr. VA 7.22, cf. 5.26.
1. met acc.
a. ernaast uitrekken, uitbreiden:
b. aanreiken:
c. van tijd rekken, de duur verlengen:
d. overdr. folteren, uitputten;
2. intrans. zich (ernaast) uitstrekken:
1) daneben, dabei ausspannen, ausstrecken ; ξόανον ἔχον τὰς χεῖρας παρατεταμένας DS. 1.98, u. a.Sp.; ὀπίσω τὸ ἱμάτιον, ausbreiten, Plut. Camill. 33 ; – μῦθον, ausdehnen, Arist. poet. 9. – Geometrisch eine Figur an einer Linie entlang, über der Linie beschreiben, τετραγωνίζειν τε καὶ παρατείνειν, Plat. Rep. VII.527a, vgl. Men. 87a. – Mit Beziehung auf die Zeit, hinhalten, in die Länge ziehen, aufhalten u. dadurch ermüden, Xen. Cyr. 1.3.11 ; Plut. u. A.; u. ähnlich, τίνα πόλιν οἴεσθε πολιορκίᾳ παρατενεῖσθαι εἰς τοὔσχατον, Thuc. 3.46, sich bis aufs Aeußerste halten.
2) intr., sich daneben, davor erstrecken, ausdehnen, quer davor liegen, von einen Landstrich, der sich neben dem andern hinzieht, c. accus., τὰ πρὸς τὴν ἑσπέρην φέροντα ὁ Καύκασος παρατείνει, Her. 1.203, wie Thuc. 4.8, παρατείνουσα τὸν λιμένα, sich vor dem Hafen hinerstreckend ; u. Sp., δίοδος παρατείνουσα παρὰ πάντα τὰ μέρη, Pol. 6.31.5. So auch das pass., τῇ ὄρος παρατέταται, Her. 2.8 ; ἡ δέ γʼ Εὔβοια, ἣ παρατέταται μακρὰ πόρρω πάνυ, Ar. Nub. 212, wo ein Wortspiel gemacht wird, οἶδʼ, ὑπὸ γὰρ ἡμῶν παρετάθη, Schol. ἐξετρυχώθη, κατεπονήθη ; auch von Toten, lang ausgestreckt daliegen, s. Valcken Phoen. 1591 ; τῷ λιμῷ παρατεινόμενα, von Hunger hingestreckt, Plat. Symp. 207b, vgl. παραταθήσεται ὑπὸ σοῦ ἀκούων θαμὰ λέγοντος, Lys. 204c ; παρετάθη μακρὰν ὁδὸν πορευθείς, Xen. Mem. 3.13.6 ; Sp.; vgl. unser abspannen ; die VLL erkl. dah. παρατενεῖς durch ἀπολεῖς ; auch act. hieß es »die Glieder auf der Folter ausrecken«, u. dah. foltern, martern, übertr., παρατεινόμενος πόθῳ, Plut. Sol. 7. – Von der Zeit, sich hinziehen, in die Länge ziehen, Τειρεσίαν μέχρις ἓξ γενεῶν παρατεῖναι λέγει, Luc. Macrob. 3 ; ὁ πόλεμος παρατείνας εἰς ἔτη τεσσαράκοντα, App. Syr. 48, u. a.Sp., bei denen es förmlich zu einem Hilfsverbum wird, ποῖ παρατενεῖς δεδιὼς ταῦτα ; wie lange wirst du dies fürchten ? Philostr. p. 302.
Bei Ath. III.115e, κοιλίαν παρατείνειν, Ggstz von ἱστάνειν, Leibesöffnung befördern.
- Ito stretch out along or beside, to extend the line of battle, Lat. ordines explicare, Xen.; π. τάφρον to draw a long trench, Xen.:—Pass. to be stretched along (v. infr. II. 1): to be stretched at length, laid low, Ar.
- 2to stretch on the rack, torture, Xen.: —Pass. to be half-dead, worn out, Plat.
- 3Pass., παρατείνεσθαι εἰς τοὔσχατον to strain themselves to the uttermost, hold out to the last, Thuc.
- 4to prolong, protract, Arist., Luc.
- 5to apply a figure to a right line, Plat.
- 6of pronunciation, to lengthen in pronunciation, Lat. producere, Luc.
- IIintr. to stretch along, of a wall, a tract of country, Hdt.:— so also in Pass., παρατέταται τὸ ὄρος Hdt., etc.
- 2of Time, to continue oneʼs life, Luc.
-
…ἀγκῶνας ἐς τὸν ποταμὸν ἐλήλαται · τὸ δὲ ἀπὸ τούτου αἱ ἐπικαμπαὶ παρὰ χεῖλος ἑκάτερον τοῦ ποταμοῦ αἱμασιὴ πλίνθων ὀπτέων παρατείνει. τὸ δὲ ἄστυ αὐτό, ἐὸν πλῆρες οἰκιέων τριωρόφων καὶ τετρωρόφων, κατατέτμηται τὰς ὁδοὺς ἰθέας τάς τε ἄλλας…
Herodotus, The Histories
-
…εὐρυτάτη ἐστὶ αὐτὴ ἑωυτῆς, ὀκτὼ ἡμερέων. καὶ τὰ μὲν πρὸς τὴν ἑσπέρην φέροντα τῆς θαλάσσης ταύτης ὁ Καύκασος παρατείνει, ἐὸν ὀρέων καὶ πλήθεϊ μέγιστον καὶ μεγάθεϊ ὑψηλότατον. ἔθνεα δὲ ἀνθρώπων πολλὰ καὶ παντοῖα ἐν ἑωυτῷ ἔχει ὁ…
Herodotus, The Histories
-
…χεῖλος ἄξιον θώματος μέγαθος καὶ ὕψος ὅσον τι ἐστί. κατύπερθε δὲ πολλῷ Βαβυλῶνος ὤρυσσε ἔλυτρον λίμνῃ, ὀλίγον τι παρατείνουσα ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ, βάθος μὲν ἐς τὸ ὕδωρ αἰεὶ ὀρύσσουσα, εὖρος δὲ τὸ περίμετρον αὐτοῦ ποιεῦσα εἴκοσί τε…
Herodotus, The Histories
-
…ὁ Μιθριδάτειος πόλεμος ἐπὶ τῷδε καὶ ἐφʼ ἑτέροις ἤρξατο συνίστασθαι, μέγιστός τε καὶ πολυτροπώτατος ἔθνεσι πολλοῖς γενόμενος, καὶ παρατείνας ἐς ἔτη μάλιστα τεσσαράκοντα, ἐν οἷς πολλαὶ μὲν ἀρχαὶ Σύροις ἐκ τοῦ βασιλείου γένους ὀλιγοχρόνιοι πάμπαν ἐγένοντο, πολλαὶ…
Appian, The Syrian Wars
-
…γελοίως τε καὶ ἀναγκαίως · ὡς γὰρ πράττοντές τε καὶ πράξεως ἕνεκα πάντας τοὺς λόγους ποιούμενοι λέγουσιν τετραγωνίζειν τε καὶ παρατείνειν καὶ προστιθέναι καὶ πάντα οὕτω φθεγγόμενοι, τὸ δʼ ἔστι που πᾶν τὸ μάθημα γνώσεως ἕνεκα ἐπιτηδευόμενον. παντάπασι μὲν…
Plato, Republic
-
…γενομένου, καὶ ἕτοιμά ἐστιν ὑπὲρ τούτων καὶ διαμάχεσθαι τὰ ἀσθενέστατα τοῖς ἰσχυροτάτοις καὶ ὑπεραποθνῄσκειν, καὶ αὐτὰ τῷ λιμῷ παρατεινόμενα ὥστʼ ἐκεῖνα ἐκτρέφειν, καὶ ἄλλο πᾶν ποιοῦντα. τοὺς μὲν γὰρ ἀνθρώπους, ἔφη, οἴοιτʼ ἄν τις ἐκ…
Plato, Symposium
-
…, οὐδεὶς ὅστις οὐ τῶν παρόντων ὑπερεπῄνεσε τὸν λόγον καὶ τὼ ἄνδρε, καὶ γελῶντες καὶ κροτοῦντες καὶ χαίροντες ὀλίγου παρετάθησαν. ἐπὶ μὲν γὰρ τοῖς ἔμπροσθεν ἐφʼ ἑκάστοις πᾶσι παγκάλως ἐθορύβουν μόνοι οἱ τοῦ Εὐθυδήμου ἐρασταί, ἐνταῦθα δὲ ὀλίγου…
Plato, Euthydemus
-
…ἐρυθριᾷς, ὦ Ἱππόθαλες, καὶ ὀκνεῖς εἰπεῖν Σωκράτει τοὔνομα · ἐὰν δʼ οὗτος καὶ σμικρὸν χρόνον συνδιατρίψῃ σοι, παραταθήσεται ὑπὸ σοῦ ἀκούων θαμὰ λέγοντος. ἡμῶν γοῦν, ὦ Σώκρατες, ἐκκεκώφωκε τὰ ὦτα καὶ ἐμπέπληκε Λύσιδος · ἂν…
Plato, Lysis
-
…οἶμαι ἔχειν πρὸς τὸ πρᾶγμα τοιάνδε · εἰ μέν ἐστιν τοῦτο τὸ χωρίον τοιοῦτον οἷον παρὰ τὴν δοθεῖσαν αὐτοῦ γραμμὴν παρατείναντα ἐλλείπειν τοιούτῳ χωρίῳ οἷον ἂν αὐτὸ τὸ παρατεταμένον ᾖ, ἄλλο τι συμβαίνειν μοι δοκεῖ, καὶ ἄλλο αὖ ,…
Plato, Meno
-
…μέν ἐστιν τοῦτο τὸ χωρίον τοιοῦτον οἷον παρὰ τὴν δοθεῖσαν αὐτοῦ γραμμὴν παρατείναντα ἐλλείπειν τοιούτῳ χωρίῳ οἷον ἂν αὐτὸ τὸ παρατεταμένον ᾖ, ἄλλο τι συμβαίνειν μοι δοκεῖ, καὶ ἄλλο αὖ, εἰ ἀδύνατόν ἐστιν ταῦτα παθεῖν. ὑποθέμενος οὖν…
Plato, Meno