παράτυπος
παράτυπος, counterfeit
παράτῠπ-ος, ον,
- counterfeit, νομίσματα Sch. Ar. Ach. 516, cf. POxy. 1411.12 (iii A. D.).
παράτυπος, verschlagen, verfälscht, Schol. Ar. Ach. 516.