παρατρωτής
παρατρωτής, one who perverts
παρατρωτής, οῦ, ὁ, (παρατιτρώσκω)
- one who perverts, τῶν εὖ τεθέντων νόμων Hsch. s.v. παραχαράκτης.
παρατρωτής, one who perverts