Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παρατυπωτικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παράτριβος
παρατρίβω
παράτριμμα
παρατριπτέον
παράτριψις
παρατροπέω
παρατροπή
παρατροπικός
παράτροπος
παράτροφος
παρατροχάζω
παρατροχάω
παρατρόχια
παρατρόχιος
παρατρυγάω
παρατρύζω
παρατρύπημα
παρατρυφάω
παρατρώγω
παρατρωπάω
παρατρωτής
παρᾴττω
παρατυγχάνω
παρατυλάριον
παράτυλος
παρατυπόομαι
παράτυπος
παρατυπόω
παρατύπωσις
παρατυπωτικός
παρατυπωτικῶς
παραύα
παραυαίνομαι
παραυαίνω
Παραυαῖοι
Παραύαιος
παραυγάζω
παραυγέω
παραυδάω
παραυλέω
παραύλια
παραυλίζω
παραύλιον
πάραυλος
παραυξάνω
παραύξη
παραύξησις
παραυξητέον
παραυξητικῶς
παραύξω
παραύστηρος
πάραυτα
παραυτά
παραυτεῖ
παραυτίκα
παραυτόθεν
παραυτόθι
παραυχενίζω
παραυχένιος
παραύχησις
παραφαγεῖν
…
παρατυπωτικῶς
Save
Bailly 2024
παρατυπωτικῶς
[
ῠῐ
]
adv.
par une reproduction grossière,
Gal.
7, 454
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}