πλατύπους
πλατύπους, flat-footed
πλᾰτύ-πους, ὁ, ἡ, πουν, τό, gen. ποδος,
- flat-footed, D.L. 1.81.
πλατύ·πους, ους, ουν, gén. -ποδος [ᾰῠ] aux larges pieds, DL. 1, 81.
Étym. πλ. πούς.
πλατύπους, breitfüßig, DL. 1.81.