πλατύνωτος
πλατύνωτος, broad-backed
πλᾰτύ-νωτος, ον,
- broad-backed, Batr. 296.
πλατύ·νωτος, ος, ον [ᾰῠ] au large dos, Batr. 298.
Étym. πλ. νῶτος.
πλατύνωτος, breitrückig, Batr. 287.
πλατύνωτος
πλᾰτύ-νωτος, ον,
- broad-backed, Batr.