πλατύς
πλατύς, wide, broad
- wide, broad, τελαμών Il. 5.796; πτύον 13.588; αἰπόλια πλατέʼ αἰγῶν broad herds, i.e. large or spread over a wide space, 2.474, Od. 14.101, Hes. Th. 445; π. πρόσοδοι Pi. N. 6.45; ὁδοί X. Cyr. 1.6.43, IG 2(2).380.20; τὴν ὁδὸν τὴν π. Broad Street, SIG 57.27 (Milet., v B.C.); similarly, π. ὁδὸς τῶν θεῶν PStrassb. 85.22 (ii B.C.) (cf. infr. II); κιβώτιον π. IG 1(2).330.20; τάφρος ὡς πλατυτάτη καὶ βαθυτάτη X. Cyr. 7.5.9.
- 2 flat, level, χῶρος π. καὶ πολλός Hdt. 4.39; πλατυτάτης . . γῆς οὔσης Θετταλίας X. HG 6.1.9; πότερον ἡ γῆ π. ἐστιν ἢ στρογγύλη Pl. Phd. 97d; κάρυα τὰ π., i.e. chestnuts, Hp. Vict. 2.55, Diocl. Fr. 126, X. An. 5.4.29; σελάχη, ἰχθύες, Arist. HA 489b31, PA 695b7; ποτήρια πλατέα, τοίχους οὐκ ἔχοντʼ Pherecr. 143.2.
- 3 of a man, broad-shouldered, οὐ γὰρ οἱ πλατεῖς, οὐδʼ εὐρύνωτοι S. Aj. 1250, cf. UPZ 121.19 (ii B.C.).
- 4 of seasons, far advanced, ἔαρ Procl.ad Hes. Op. 483.
- 5 metaph., π. ὅρκος a broad strong oath, Emp. 30.3, cf. 115.2; κατάγελως π. flat (i.e. downright) mockery, Ar. Ach. 1126; π. φλήναφος Amelius ap. Porph. Plot. 17, 18; but πλατὺ γελάσαι, καταγελᾶν, laugh loud and rudely, Philostr. VA 7.39, VS 1.20.2; καταχρεμψαμένη πλατύ Ar. Pax 815, cf. Luc. Cat. 12.
- 6 broad, of pronunciation, π. λέξις Hermog. Id. 1.6; φωνή Poll. 2.116; πλατέα λαλοῦσι πάντα οἱ Δωριεῖς Demetr. Eloc. 177.
- 7 diffuse, λέξις D.H. Dem. 19. Adv. -έως ibid.: Comp. -ύτερον in fuller detail, διαλεξόμεθα S.E. P. 2.219, cf. Sor. 2.5, Hdn. 2.15.6; -υτέρως Tz.ad Lyc. 177: Sup. -υτάτως Id. H. 12.890.
- b Adv. -έως loosely, opp. ἀκριβῶς, Phld. Rh. 1.248 S.
- 8 widespread, frequent, χρῆσις Choerob. in Theod. 1.332: Comp., ib. 267.
- 9 π. δρόμος, = Lat. cursus clabularis, Lyd. Mag. 3.61.
- II Subst. πλατεῖα (sc. ὁδός, cf. S.E. P. 1.188, and v. supr. Ι.1), ἡ, street, Philem. 58, Herod. 6.53, OGI 491.9 (Pergam.), LXX Ge. 19.2, D.S. 17.52, Str. 17.1.10, Ev.Matt. 12.19; οἱ ἐν τῇ Σκυτικῇ π. τεχνεῖται IGRom. 4.790, cf. 791, al. (Apamea); hence Σεβαστὴ π. name of a guild, ib. 3.711 (Sura); ἡ ἱερωτάτη π. CIG 3960b6 (Apamea).
- b (sc. χείρ) flat of the hand, ταῖσι πλατείαις τυπτόμενος Ar. Ra. 1096; πλατείᾳ τῇ χειρί Philum. Ven. 5.3.
- c a kind of dish or cup, IG 11(2).110.22, al. (Delos, iii B.C.).
- d broad stripe or border, Demetr. Eloc. 108.
- III salt, brackish, πλατυτέροισι ἐχρέωντο τοῖσι πόμασι Hdt. 2.108; πλατέα or πλατύτερα ὕδατα, Arist. Mete. 358b4, 358a28 (but πλατὺς Ἑλλήσποντος Il. 7.86, 17.432, is not the salt, but the broad, Hellespont, cf. A. Pers. 875 (lyr.), wrongly expld. by Ath. 2.41b). (Cf. Skt. pṛthú- ‘broad’, práthati ‘spread out’, etc. But in signf. III cogn. with Skt. paṭu- ‘sharp’, ‘pungent’, tripaṭu ‘the three saline substances’.)
1. breed:
2. robuust, sterk:
3. plat, vlak:
-ύ.
Wide, broad : τελαμῶνος Il. 5.796. Cf. Il. 7.86, Il. 13.588, Il. 17.432 : Od. 24.82.
Of flocks, broad, extensive : αἰπόλια Il. 2.474, Il. 11.679 := Od. 14.101, 103.
- 1broad πλατεῖαι πάντοθεν λογίοισιν ἐντὶ πρόσοδοι νᾶσον εὐκλέα τάνδε κοσμεῖν N. 6.45
- IIonic fem. πλατέα:— wide, broad, Il.; αἰπόλια πλατέʼ αἰγῶν broad herds, i. e. large or widespread, Hom.; π. πρόσοδοι Pind.
- 2flat, level, Hdt., Plat.; κάρυα τὰ πλατέα, i. e. chestnuts, Xen.
- 3of a man, broad-shouldered, Soph.
- 4metaph., πλατὺς κατάγελως flat (i. e. downright) mockery, Ar.: neut. as adv., flatly, merely, Ar.
- 5πλατεῖα (sc. ὁδός) , a street, Lat. platea, Xen.:—(sub. χείρ) , the flat of the hand, Ar.
- IIsalt, brackish, Hdt.
-
…, τόσσα συῶν συβόσια, τόσʼ αἰπόλια πλατέʼ αἰγῶν βόσκουσι ξεῖνοί τε καὶ αὐτοῦ βώτορες ἄνδρες. ἐνθάδε δʼ αἰπόλια πλατέʼ αἰγῶν ἕνδεκα πάντα ἐσχατιῇ βόσκοντʼ, ἐπὶ δʼ ἀνέρες ἐσθλοὶ ὄρονται. τῶν αἰεί σφιν ἕκαστος ἐπʼ ἤματι μῆλον ἀγινεῖ…
Homer, Odyssey
-
…θανόντα. ἀμφʼ αὐτοῖσι δʼ ἔπειτα μέγαν καὶ ἀμύμονα τύμβον χεύαμεν Ἀργείων ἱερὸς στρατὸς αἰχμητάων ἀκτῇ ἔπι προὐχούσῃ, ἐπὶ πλατεῖ Ἑλλησπόντῳ, ὥς κεν τηλεφανὴς ἐκ ποντόφιν ἀνδράσιν εἴη τοῖς οἳ νῦν γεγάασι καὶ οἳ μετόπισθεν ἔσονται. μήτηρ δʼ…
Homer, Odyssey
-
…Πριαμίδης μὲν ἔπειτα κατὰ στῆθος βάλεν ἰῷ θώρηκος γύαλον, ἀπὸ δʼ ἔπτατο πικρὸς ὀϊστός. ὡς δʼ ὅτʼ ἀπὸ πλατέος πτυόφιν μεγάλην κατʼ ἀλωὴν θρῴσκωσιν κύαμοι μελανόχροες ἢ ἐρέβινθοι πνοιῇ ὕπο λιγυρῇ καὶ λικμητῆρος ἐρωῇ, ὣς ἀπὸ θώρηκος Μενελάου…
Homer, Iliad
-
…τόν γε ἄνακτα παρʼ ἵπποισιν καὶ ὄχεσφιν ἕλκος ἀναψύχοντα τό μιν βάλε Πάνδαρος ἰῷ. ἱδρὼς γάρ μιν ἔτειρεν ὑπὸ πλατέος τελαμῶνος ἀσπίδος εὐκύκλου · τῷ τείρετο, κάμνε δὲ χεῖρα, ἂν δʼ ἴσχων τελαμῶνα κελαινεφὲς αἷμʼ ἀπομόργνυ. ἱππείου…
Homer, Iliad
-
…θοῇ ἐπεμαίετο θείνων, πολλὰ δὲ μειλιχίοισι προσηύδα, πολλὰ δʼ ἀρειῇ · τὼ δʼ οὔτʼ ἂψ ἐπὶ νῆας ἐπὶ πλατὺν Ἑλλήσποντον ἠθελέτην ἰέναι οὔτʼ ἐς πόλεμον μετʼ Ἀχαιούς, ἀλλʼ ὥς τε στήλη μένει ἔμπεδον, ἥ τʼ ἐπὶ τύμβῳ…
Homer, Iliad
-
…τὸν δὲ νέκυν ἐπὶ νῆας ἐϋσσέλμους ἀποδώσω, ὄφρά ἑ ταρχύσωσι κάρη κομόωντες Ἀχαιοί, σῆμά τέ οἱ χεύωσιν ἐπὶ πλατεῖ Ἑλλησπόντῳ. καί ποτέ τις εἴπῃσι καὶ ὀψιγόνων ἀνθρώπων νηῒ πολυκλήϊδι πλέων ἐπὶ οἴνοπα πόντον · ἀνδρὸς μὲν τόδε σῆμα…
Homer, Iliad
-
…δʼ ἐκ πεδίου συνελάσσαμεν ἤλιθα πολλὴν πεντήκοντα βοῶν ἀγέλας, τόσα πώεα οἰῶν, τόσσα συῶν συβόσια, τόσʼ αἰπόλια πλατέʼ αἰγῶν, ἵππους δὲ ξανθὰς ἑκατὸν καὶ πεντήκοντα πάσας θηλείας, πολλῇσι δὲ πῶλοι ὑπῆσαν. καὶ τὰ μὲν ἠλασάμεσθα…
Homer, Iliad
-
…δέ κέ τοι καταλέξω. δώδεκʼ ἐν ἠπείρῳ ἀγέλαι · τόσα πώεα οἰῶν, τόσσα συῶν συβόσια, τόσʼ αἰπόλια πλατέʼ αἰγῶν βόσκουσι ξεῖνοί τε καὶ αὐτοῦ βώτορες ἄνδρες. ἐνθάδε δʼ αἰπόλια πλατέʼ αἰγῶν ἕνδεκα πάντα ἐσχατιῇ βόσκοντʼ, ἐπὶ…
Homer, Odyssey
-
…ἄγγεα δεύει, τόσσοι ἐπὶ Τρώεσσι κάρη κομόωντες Ἀχαιοὶ ἐν πεδίῳ ἵσταντο διαρραῖσαι μεμαῶτες. τοὺς δʼ ὥς τʼ αἰπόλια πλατέʼ αἰγῶν αἰπόλοι ἄνδρες ῥεῖα διακρίνωσιν ἐπεί κε νομῷ μιγέωσιν, ὣς τοὺς ἡγεμόνες διεκόσμεον ἔνθα καὶ ἔνθα ὑσμίνηνδʼ ἰέναι ,…
Homer, Iliad
-
…τοὺς δίκῃ νικῶντας ἐξωθήσομεν καὶ τοὺς ὄπισθεν εἰς τὸ πρόσθεν ἄξομεν. ἀλλʼ εἰρκτέον τάδʼ ἐστίν · οὐ γὰρ οἱ πλατεῖς οὐδʼ εὐρύνωτοι φῶτες ἀσφαλέστατοι, ἀλλʼ οἱ φρονοῦντες εὖ κρατοῦσι πανταχοῦ. μέγας δὲ πλευρὰ βοῦς ὑπὸ σμικρᾶς ὅμως μάστιγος…
Sophocles, Ajax