Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πλατυόνυχος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πλατυθάλασσος
πλατυίσχιος
πλατύκαρπος
πλατύκαρφος
πλατύκαυλος
πλατύκερκος
πλατύκερως
πλατυκέφαλος
πλατύκομος
πλατυκορία
πλατυκορίασις
πλατυκορίη
πλατυκός
πλατυκύμινον
πλατυκῶς
Πλατύλαιμος
πλατυλέσχης
πλατυλίσγιον
πλατυλίσγων
πλατυλογέω
πλατυλόγος
πλατύλογχος
πλατυμέτωπος
πλατυμήλη
πλάτυμμα
πλάτυνσις
πλατυντέον
πλατυντέος
πλατύνω
πλατύνωτος
πλατυόνυχος
πλατύουρος
πλατυόφθαλμος
πλατύπεδος
πλατυπήγιον
πλατύπιλος
πλατύπλευρον
πλατυπόρφυρος
πλατύπους
πλατυπρόσωπος
πλατύπυγος
πλατύρ
πλατυρημοσύνη
πλατυρρημοσύνη
πλατύρριν
πλατύρρινος
πλατύρρις
πλατύρροος
πλατύρρους
πλατύρρυγχος
πλατύρρυμος
πλατύς
πλατύσαρκος
πλατύσημος
πλάτυσμα
πλατυσμάτιον
πλατυσμός
πλατύστατος
πλατύστερνος
πλατυστομέω
πλατύστομος
…
πλατυόνυχος
Save
Pape
πλατυόνυχος
, s. πλατυώνυχος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}