ποιμνιοτρόφος Save LSJ Bailly 2024 Middle Liddell ποιμνιοτρόφος, ὁ, = ποιμήν, Aq. 4 Ki. 3.4, Am. 1.1. ποιμνιο·τρόφος, ου (ὁ) berger, Aqu. 4 Reg. 3, 4, etc. Étym. ποίμνιον, τρέφω. ποιμνιοτρόφος = ποιμήν, Aquila_v_t.