Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ποινάζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ποιμανεύω
ποιμανόριον
ποιμαντέον
ποιμαντήρ
ποιμαντικός
ποιμάντωρ
ποιμάνωρ
ποιμασία
ποιμενικός
ποιμενικῶς
ποιμένιον
ποιμένιος
Ποιμένιος
ποιμένισσα
ποιμεντάριος
ποιμήν
ποίμνα
ποιμναγός
ποιμναῖος
ποίμνη
ποίμνηθεν
ποιμνήϊος
ποιμνήτης
ποιμνικός
ποίμνιον
ποίμνιος
ποιμνιοτρόφος
ποιμνίτης
ποιμνοτρόφος
ποινά
ποινάζω
ποιναῖος
ποινάομαι
ποινάτωρ
ποινάω
ποινή
ποινηλασία
ποινηλατέομαι
ποινηλατέω
ποινηλάτης
ποινηλάτις
ποινήλατος
ποίνημα
ποινήτειρα
ποινητήρ
ποινήτης
ποινῆτις
ποινήτωρ
ποινίζομαι
ποίνιμος
ποινίον
ποινίς
Ποινοί
ποινοποιός
ποινοστροβέομαι
ποινουργός
ποιολογέω
ποιολογία
ποιολόγος
ποιονόμος
ποιόνομος
…
ποινάζω
Save
Pape
ποινάζω
, = ποινάω,
sehr zw.
, Lobeck
Phryn
. p. 204.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}