πολίταρχος Save Bailly 2024 Pape πολίτ·αρχος, ου (ὁ) [ῑ] chef civil d’une place assiégée, En. tact. Pol. 26, 5 ; cf. πολίαρχος. πολίταρχος, ὁ, = πολιτάρχης, Aen.Tact.