Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολυπλεκής
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολυπερίσπαστος
Πολυπέρχων
πολυπευθής
πολυπήδητος
Πολυπημονίδης
πολυπήμων
πολύπηνος
πολύπηχυς
πολυπίδακος
πολυπῖδαξ
πολυπικόν
πολυπικός
πολύπικρος
πολυπινής
πολύπιον
πολύπιστος
πολύπλαγκτος
πολυπλαγκτοσύνη
πολυπλανής
πολυπλάνητος
πολύπλανος
πολυπλανῶς
πολυπλασιάζω
πολυπλασίασις
πολυπλασίασμα
πολυπλασιασμός
πολυπλασιαστέον
πολυπλάσιος
πολυπλασίων
πολύπλεθρος
πολυπλεκής
πολύπλεκτος
πολύπλευρος
πολυπλήθεια
πολυπληθέω
πολυπληθής
πολυπληθία
πολυπληθύνω
πολυπλήθω
πολυπλόκαμος
πολυπλοκία
πολύπλοκος
πολυπλόκως
πολύπλοος
πολύπλους
πολυπλούσιος
πολυπλουτέω
πολύπλουτος
πολύπνοια
πολύπνοος
πολύπνους
πολυποδάριον
πολυπόδειον
πολυπόδειος
πολυπόδης
πολυποδία
πολυποδίνη
πολυπόδιον
πολυποδίτης
πολυποδίτης οἶνος
πολυποδώδης
…
πολυπλεκής
Save
LSJ
πολυ-πλεκής, ές,
=
sq., δεσμοί
Nonn.
D.
42.452.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}