πολύπλεκτος
πολύ-πλεκτος, ον,
- = πολύπλοκος I, Nonn. D. 5.247; σειραί ib. 26.106.
πολύ·πλεκτος, ος, ον, c. πολύπλοκος, Nonn. D. 5, 247.
πολύπλεκτος, viel geflochten ; Nic. Al. 224 ; Nonn. D. 5.247.