πορθήτωρ
πορθ-ήτωρ, ορος, ὁ,
- = πορθητής, A. Ag. 907, Ch. 974.
πορθήτωρ, ορος (ὁ) c. le préc. Eschl. Ag. 907, Ch. 974.
πορθήτωρ, ορος, ὁ, poet. = πορθητής ; Ἰλίου, Aesch. Ag. 881 ; δωμάτων, Ch. 968.
πορθήτωρ, ορος, ὁ,
= πορθητής, Aesch.