Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πρηστεύω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πρήϊον
πρηκτ
πρηκτήρ
πρῆμα
πρημαδίη
πρῆμαι
πρημαίνω
πρημάς
πρημνάς
πρημονάω
πρηνᾶς
πρηνηδόν
πρηνής
πρηνίζω
πρηνισμός
πρηνιχθείς
Πρηξαγόρης
πρῆξαι
Πρηξάσπης
Πρηξίλεως
πρῆξις
Πρηξώ
πρηξών
πρηροσία
πρῆσε
Πρησενταῖος
πρῆσις
πρῆσμα
πρησμονή
πρήσσω
πρηστεύω
πρηστήρ
πρηστηριάζω
πρηστήριος
πρηστηροειδής
πρηστηροκράτωρ
πρηστηροσόχος
πρηστικός
πρῆστις
πρητήν
πρητήρ
πρητήριον
πρητήριος
πρηϋ
πρηΰγελως
πρηΰνομος
πρηΰνοος
πρηΰνω
πρηΰς
πρηϋτένων
πρῆχμα
πρηών
πρίαμαι
πριάμενος
Πριαμίδης
Πριαμικός
Πριαμιλλύδριον
Πριαμίς
πριαμόομαι
Πρίαμος
πριαμόω
…
πρηστεύω
Save
Pape
πρηστεύω
, s. das comp. διαπρηστεύω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}