προαγόρευμα
προαγόρευμα, prophecy
προᾰγόρ-ευμα, ατος, τό,
- prophecy, Chio Ep. 4.1 (pl.); π. Σιβύλλειον App. BC 2.110.
προαγόρευμα, ατος (τὸ) [ᾰγ] prédiction, Chion Epist. 4.
Étym. προαγορεύω.
προαγόρευμα, τό, das Vorhergesagte, Chion. epist. 4.