προσοίγνυμι
προσοίγνυμι, shut
προσοίγνῡμι, aor. -έῳξα,
- shut, τὴν θύραν LXX Ge. 19.6.
προσ·οίγνυμι, entr’ouvrir, Chrys.
προσοίγνυμι, [ῡ], (οἴγνυμι), dazu, dabei eröffnen.
προσοίγνυμι, shut