Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προσοίγω
Bailly 2024
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προσνομοθετέω
προσνωμάω
προσξενολογέω
προσξηραίνομαι
προσξηραίνω
προσξυμβάλλομαι
προσξυν
προσξυν-
προσξυνθερμαίνω
προσξυνίημι
προσξυνοικέω
προσοβέω
προσογκάομαι
προσογκέω
προσογκής
προσοδάρχων
προσοδεύω
προσοδιάζομαι
προσοδιάζω
προσοδιακός
προσοδιακὸς πούς
προσοδικός
προσόδιος
προσοδοιπορέω
προσοδοποιός
πρόσοδος
προσοδυνάω
προσοδύρομαι
προσόζω
προσοίγνυμι
προσοίγω
πρόσοιδα
προσοίκειος
προσοικειόω
προσοικείωσις
προσοικειωτέον
προσοικέω
προσοίκησις
προσοικίζω
προσοικοδομέω
προσοικοδομία
προσοικονομέομαι
πρόσοικος
προσοιμέομαι
προσοιμώζω
πρόσοισμα
προσοιστέος
προσοίσω
προσοίχομαι
προσοκέλλω
προσολοφύρομαι
προσόμαλος
προσομαρτέω
προσομιλέω
προσομίλησις
προσομιλητικός
προσομιλία
προσόμνυμι
προσομοιάζω
προσόμοιος
προσομοιόω
…
προσοίγω
Save
Bailly 2024
Pape
προσ·οίγω,
c. le préc.
Spt.
Gen.
19, 6
.
προσοίγω
, = προσοίγνυμι,
LXX
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}