Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Σπόριος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σπονδοφόρος
σπονδοχόη
σπονδοχοΐδιον
σπονδόχους
σπονδυλ
σπονδύλη
σπονδύλιον
σπονδύλιος
σπόνδυλος
σποντίτης
σπόπια
σπορά
Σποράδες
σποράδην
σποραδικός
σποράζω
σποραῖος
σποράς
σποργαί
σποργή
Σποργίλος
σπορεύς
σπορευτής
σπορευτός
σπορεύω
σπορητός
σπόρθυγγες
σπόριμος
σπόριον
σπόριος
Σπόριος
σπορολογέομαι
σπορολογέω
σπόρος
σπορτηληνοί
σπορτία
σπόρτουλον
σποῦ
σπουδά
σπουδάζω
σπουδαιογέλοιος
σπουδαιολογέω
σπουδαιολογία
σπουδαιολόγος
σπουδαιολόγως
σπουδαιόμυθος
σπουδαιοπάρῳδος
σπουδαῖος
σπουδαιότης
σπουδαίως
σπούδαξ
σπουδαρχαιρεσία
σπουδαρχαιρεσίας
σπουδαρχέω
σπουδάρχης
σπουδαρχία
σπουδαρχιάζω
σπουδαρχίας
σπουδαρχιάω
σπουδαρχίδης
σπούδασμα
…
Σπόριος
Save
Bailly 2024
Σπόριος,
ου
(
ὁ
) =
lat.
Spurius
,
n. d’h. rom.
Plut.
T. Gracch.
8,
etc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}