Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στερέϊνος
στερέϊνος, hard
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στενόω
Στεντόρειος
στεντόρειος
Στεντορὶς λίμνη
Στέντωρ
στενυγρός
στενυγροχωρίη
στενυγρόω
Στενύκληρος
στένω
στενώδης
στένωμα
στενώπαρχος
στενωπεῖον
στενωπή
στενωπός
στενῶς
στένωσις
Στεπτήριον
στεπτήριος
στεπτικός
στεπτός
στέπτω
στεργάνος
στέργανος
στέργηθρον
στέργημα
στεργίς
στεργοξύνευνος
στέργω
στερέϊνος
στερείς
στερεμνιόομαι
στερέμνιος
στερεμνιόω
στερεμνιώδης
στερεμνίως
στέρεμνος
στερεοβαρής
στερεοβάτης
στερεοβόας
στερεογνώμων
στερεόδερμος
στερεοειδής
στερεοκάρδιος
στερεομετρέω
στερεομέτρης
στερεομετρία
στερεομετρικός
στερεοπαγής
στερεοποιέω
στερεοποίησις
στερεόπους
στερεός
στερεόσαρκος
στερεόστρακος
στερεότης
στερεόφρων
στερεόω
στερέσιμος
στέρεσις
…
στερέϊνος
Save
στερέϊνος, hard
LSJ
στερέϊνος, ον,
hard,
τόποι
PLond.
1.131r. 314 (i A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}