Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στερεοποίησις
στερεοποίησις, making firm
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στεπτός
στέπτω
στεργάνος
στέργανος
στέργηθρον
στέργημα
στεργίς
στεργοξύνευνος
στέργω
στερέϊνος
στερείς
στερεμνιόομαι
στερέμνιος
στερεμνιόω
στερεμνιώδης
στερεμνίως
στέρεμνος
στερεοβαρής
στερεοβάτης
στερεοβόας
στερεογνώμων
στερεόδερμος
στερεοειδής
στερεοκάρδιος
στερεομετρέω
στερεομέτρης
στερεομετρία
στερεομετρικός
στερεοπαγής
στερεοποιέω
στερεοποίησις
στερεόπους
στερεός
στερεόσαρκος
στερεόστρακος
στερεότης
στερεόφρων
στερεόω
στερέσιμος
στέρεσις
στερέω
στερεώδης
στερέωμα
στερεωματίζω
στερεωπός
στερεῶς
στερέωσις
στερεωτής
στερεωτικός
στέρημα
στερήσιμος
στέρησις
στερητέος
στερητικός
στερητικῶς
στερίζω
στέριπο
στερίσκω
στεριφεύομαι
στεριφνός
στεριφόομαι
…
στερεοποίησις
Save
στερεοποίησις, making firm
LSJ
στερεο-ποίησις, εως, ἡ,
making firm,
Sor.
1.81.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}