Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στερείς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Στεντόρειος
στεντόρειος
Στεντορὶς λίμνη
Στέντωρ
στενυγρός
στενυγροχωρίη
στενυγρόω
Στενύκληρος
στένω
στενώδης
στένωμα
στενώπαρχος
στενωπεῖον
στενωπή
στενωπός
στενῶς
στένωσις
Στεπτήριον
στεπτήριος
στεπτικός
στεπτός
στέπτω
στεργάνος
στέργανος
στέργηθρον
στέργημα
στεργίς
στεργοξύνευνος
στέργω
στερέϊνος
στερείς
στερεμνιόομαι
στερέμνιος
στερεμνιόω
στερεμνιώδης
στερεμνίως
στέρεμνος
στερεοβαρής
στερεοβάτης
στερεοβόας
στερεογνώμων
στερεόδερμος
στερεοειδής
στερεοκάρδιος
στερεομετρέω
στερεομέτρης
στερεομετρία
στερεομετρικός
στερεοπαγής
στερεοποιέω
στερεοποίησις
στερεόπους
στερεός
στερεόσαρκος
στερεόστρακος
στερεότης
στερεόφρων
στερεόω
στερέσιμος
στέρεσις
στερέω
…
στερείς
Save
Bailly 2024
στερείς,
εῖσα, έν,
part. ao. 2 pass. de
στερέω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}