στερεοκάρδιος
στερεοκάρδιος, hard-hearted
στερεο-κάρδιος, ον,
- hard-hearted, LXX Ez. 2.4 (v.l.).
στερεο·κάρδιος, ος, ον, au cœur dur, Spt. Ezech. 2, 4.
Étym. στ. καρδία.
στερεοκάρδιος, hartherzig, Sp.