Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στέπτω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στενόφυλλος
στενόφωνος
στενοχωρέω
στενοχώρημα
στενοχωρής
στενοχώρησις
στενοχωρία
στενόχωρος
στενόω
Στεντόρειος
στεντόρειος
Στεντορὶς λίμνη
Στέντωρ
στενυγρός
στενυγροχωρίη
στενυγρόω
Στενύκληρος
στένω
στενώδης
στένωμα
στενώπαρχος
στενωπεῖον
στενωπή
στενωπός
στενῶς
στένωσις
Στεπτήριον
στεπτήριος
στεπτικός
στεπτός
στέπτω
στεργάνος
στέργανος
στέργηθρον
στέργημα
στεργίς
στεργοξύνευνος
στέργω
στερέϊνος
στερείς
στερεμνιόομαι
στερέμνιος
στερεμνιόω
στερεμνιώδης
στερεμνίως
στέρεμνος
στερεοβαρής
στερεοβάτης
στερεοβόας
στερεογνώμων
στερεόδερμος
στερεοειδής
στερεοκάρδιος
στερεομετρέω
στερεομέτρης
στερεομετρία
στερεομετρικός
στερεοπαγής
στερεοποιέω
στερεοποίησις
στερεόπους
…
στέπτω
Save
LSJ
στέπτω, =
στέφω,
SIG
1025.29 (Cos, iv/iii B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}