στέργω
στέργω, to love
- love, feel affection, freq. of the mutual love of parents and children, S. OT 1023, OC 1529, Demetr.Lac. Herc. 1012.46, etc.; παῖς στέργει τε καὶ στέργεται ὑπὸ τῶν γεννησάντων Pl. Lg. 754b; σ. τὰ νεογνὰ βρέφη X. Oec. 7.24; πατέρα, τοὺς γονέας, E. El. 1102, D. 25.65, cf. Arist. EN 1161b18; of the love of the ruled people for a ruler, Hdt. 9.113, cf. S. Ant. 292; of the love of a tutelary god for the people, A. Eu. 911; so ἐμὲ γὰρ ἔστερξαν . . Μοῦσαι Ar. Ra. 229; of a wheedling demagogue, ὦ Δῆμʼ, εἰ μή σε . . στέργω Id. Eq. 769; of a city and her colonies, Th. 1.38; of the love of dogs for their master, X. Cyn. 7.12.
- 2 less freq. of the love of husband and wife, Hdt. 2.181, 7.69, S. Tr. 577, Aj. 212 (anap.); ἄλλην τινʼ εὐνήν E. Andr. 907, cf. 468 (lyr.); πόσιν στέργοντʼ ἔχειν Id. Fr. 1062; of brothers and sisters, Id. IA 502; of friends, LXX Si. 27.17, etc.
- 3 seldom of sexual love, X. Smp. 8.14, 21, Sosicr. 4; of a horse and mare, Hdt. 3.85; πρόβατα ἄρνα εἰ μὴ σ. Crateuas ap.Sch. Nic. Th. 681:—Med., c. gen., δυοῖν γυναικοῖν εἷς ἀνὴρ οὐ στέργεται Com.Adesp. 284.
- II generally, to be fond of, show affection for, μή μʼ ἔπεσιν μὲν στέργε Thgn. 87; λόγοις ἐγὼ φιλοῦσαν οὐ στέργω φίλην S. Ant. 543; στέργει γὰρ οὐδεὶς ἄγγελον κακῶν ἐπῶν ib. 277, cf. Ar. V. 1054, etc.: also of things, οὐκ οἰκός ἐστι . . εὐνοίην . . διωθέεσθαι, ἀλλὰ σ. accept it gladly, Hdt. 7.104; μακράν γε . . ῥῆσιν οὐ σ. πόλις A. Supp. 273, cf. Th. 717; ὕβριν γὰρ οὐ σ. οὐδὲ δαίμονες S. Tr. 280; ἔστερξε τὴν ἁπλῶς δίκην Id. Fr. 770; τὴν ἀλήθειαν Pl. R. 485c, etc.: reversely, στέργοι με σωφροσύνα E. Med. 635 (lyr.).
- III to be content or satisfied, acquiesce (cf. ἀγαπάω III), S. OT 11 (unless, having desired, cf. infr. IV), OC 7; στεργέτω Pl. Lg. 849e; στέρξω καὶ σιωπήσομαι D. 18.112; στέρξον oblige me, do me the favour, S. OC 518 (lyr.).
- 2 c. acc., ἔστεργον τὰ παρεόντα were content with, acquiesced in them, Hdt. 9.117; τὴν Διὸς τυραννίδα bear with it, A. Pr. 11; ἐθέλω τάδε μὲν σ. δύστλητά περ ὄντα Id. Ag. 1570 (anap.), cf. Eu. 673; ἀνάγκῃ προὔμαθον σ. κακά S. Ph. 538, cf. E. Ph. 1685, PGrenf. 1.53.21 (iv A.D.); σ. τὴν γυναῖκα S. Tr. 486, cf. E. Andr. 180; τὴν τύχην D. 55.22.
- 3 c. dat., σ. τοῖσι σοῖς E. Supp. 257; τοῖς παροῦσιν Isoc. Ep. 2.23; τῇ ἐμῇ τύχῃ Pl. Hp.Ma. 295b; ταῖς ὑμετέραις γνώσεσι D. 26.5; στέρξαι καὶ ἐμμεῖναι τῇ δίκῃ Sammelb. 5681.32 (v A.D.); also σ. ἐπὶ τούτῳ D. 39.6; ἐν μικροῖς E. El. 407.
- 4 c. part., οὐ γὰρ ἔχω πῶς ἂν στέρξαιμι κακὸν τόδε λεύσσων S. Tr. 992 (anap.); σ. ξυμφορᾷ νικώμενοι E. Hipp. 458; Ζεὺς εἴτʼ Ἀΐδης ὀνομαζόμενος στέργεις whether thou likest to be named Zeus or Hades, Id. Fr. 912 (anap.).
- 5 rarely c. inf., οὐκ ἔστεργέ σοι ὅμοιος εἶναι E. Ion 817.
- IV desire, entreat, c. acc. et inf., Ἀπόλλω καὶ κασιγνήταν . . στέργω μολεῖν S. OC 1094 (lyr.); μειλιχίοις στέρξοι τε παραιφάμενος ἐπέεσσιν Orph. A. 771 (s.v.l.); for S. OT 11 v. supr. III.1.
1. houden van, liefhebben, waarderen:
2. genoegen nemen met, tevreden zijn met, berusten in,
- 1be content τὸ δὲ οἴκοθεν ἄστυ κα[ὶ ] καὶ συγγένειʼ ἀνδρὶ φ[ ] στέρξαι Pae. 4.34
- Ito love, of the mutual love of parents and children, Soph., Eur., etc.; of king and people, Hdt., Soph.; of a country and her colonies, Thuc.; of brothers and sisters, Eur.; of friends, Soph.; of husband and wife, Hdt., Soph.
- IIgenerally, to be fond of, shew liking for, Theogn., Soph., etc.:—also of things, to accept gladly, Hdt., etc.
- IIIto be content or satisfied, acquiesce, Soph., Dem.; στέρξον oblige me, do me the favour, Soph.
- 2c. acc. to be content with, acquiesce in, submit to, bear with, Hdt.; στ. τὴν τυραννίδα bear with it, Aesch.; στ. κακά Soph.:—also c. dat., στ. τοῖσι σοῖς Eur.; τῆι ἐμῆι τύχηι Plat.:—c. part., πῶς ἂν στέρξαιμι κακὸν τόδε λεύσσων Soph.; στ. ξυμφορᾶι νικώμενοι Eur.:—rarely c. inf., οὐκ ἔστεργέ σοι ὅμοιος εἶναι Eur.
- IVto entreat one to do, Ἀπόλλω στέργω μολεῖν Soph.
-
…ἐνίκα, κἀμὲ τὸν δυσδαίμονα πάλος καθαιρεῖ τοῦτο τἀγαθὸν λαβεῖν. πάρειμι δʼ ἄκων οὐχ ἑκοῦσιν, οἶδʼ ὅτι · στέργει γὰρ οὐδεὶς ἄγγελον κακῶν ἐπῶν. ἄναξ, ἐμοί τοι, μή τι καὶ θεήλατον τοὔργον τόδʼ, ἡ ξύννοια…
Sophocles, Antigone
-
…γὰρ Οἰδίπου κατεύγματα · ἄγαν δʼ ἀληθεῖς ἐνυπνίων φαντασμάτων ὄψεις, πατρῴων χρημάτων δατήριοι. πιθοῦ γυναιξί, καίπερ οὐ στέργων ὅμως. λέγοιτʼ ἂν ὧν ἄνη τις · οὐδὲ χρὴ μακράν. μὴ ʼλθῃς ὁδοὺς σὺ τάσδʼ ἐφʼ ἑβδόμαις πύλαις…
Aeschylus, Seven Against Thebes
-
…βοτῶν ἐπίρρυτον ἀστοῖσιν εὐθενοῦντα μὴ κάμνειν χρόνῳ, καὶ τῶν βροτείων σπερμάτων σωτηρίαν. τῶν εὐσεβούντων δʼ ἐκφορωτέρα πέλοις. στέργω γάρ, ἀνδρὸς φιτυποίμενος δίκην, τὸ τῶν δικαίων τῶνδʼ ἀπένθητον γένος. τοιαῦτα σοὔστι. τῶν ἀρειφάτων δʼ ἐγὼ…
Aeschylus, Eumenides
-
…, θνητοῖσι κλέψας ὤπασεν. τοιᾶσδέ τοι ἁμαρτίας σφε δεῖ θεοῖς δοῦναι δίκην, ὡς ἂν διδαχθῇ τὴν Διὸς τυραννίδα στέργειν, φιλανθρώπου δὲ παύεσθαι τρόπου. Κράτος Βία τε, σφῷν μὲν ἐντολὴ Διὸς ἔχει τέλος δὴ κοὐδὲν ἐμποδὼν ἔτι…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…ἄτᾳ. ἐς τόνδʼ ἐνέβης ξὺν ἀληθείᾳ χρησμόν. ἐγὼ δʼ οὖν ἐθέλω δαίμονι τῷ Πλεισθενιδῶν ὅρκους θεμένη τάδε μὲν στέργειν, δύστλητά περ ὄνθʼ · ὃ δὲ λοιπόν, ἰόντʼ ἐκ τῶνδε δόμων ἄλλην γενεὰν τρίβειν θανάτοις αὐθένταισι. κτεάνων…
Aeschylus, Agamemnon
-
…, ὥσπερ αἱ πόλεις δοκοῦσι γὰρ αἱ συμμαχίαι ταῖς πόλεσι γίνεσθαι ἕνεκα τοῦ συμφέροντος, καὶ τοὺς διʼ ἡδονὴν ἀλλήλους στέργοντας, ὥσπερ οἱ παῖδες, ἴσως λέγειν μὲν δεῖ καὶ ἡμᾶς φίλους τοὺς τοιούτους, εἴδη δὲ τῆς φιλίας πλείω…
Aristotle, Nicomachean Ethics
-
…ἀλλʼ ἐξόλοισθʼ αὐτῷ κοάξ · οὐδὲν γάρ ἐστʼ ἀλλʼ ἢ κοάξ. εἰκότως γʼ ὦ πολλὰ πράττων. ἐμὲ γὰρ ἔστερξαν εὔλυροί τε Μοῦσαι καὶ κεροβάτας Πὰν ὁ καλαμόφθογγα παίζων · προσεπιτέρπεται δʼ ὁ φορμικτὰς Ἀπόλλων, ἕνεκα δόνακος, ὃν…
Aristophanes, Frogs
-
…αἰσχύνομαι ξύμπλουν ἐμαυτὴν τοῦ πάθους ποιουμένη. ὧν τοὔργον, Ἅιδης χοἰ κάτω ξυνίστορες · λόγοις δʼ ἐγὼ φιλοῦσαν οὐ στέργω φίλην. μήτοι, κασιγνήτη, μʼ ἀτιμάσῃς τὸ μὴ οὐ θανεῖν τε σὺν σοὶ τὸν θανόντα θʼ ἁγνίσαι .…
Sophocles, Antigone
-
…πρὸς τὴν ὑγίειαν · τούτου δʼ ἂν ἐπιτύχοις, εἰ λήγοις τῶν πόνων ἔτι πονεῖν δυνάμενος. μήτε γέλωτα προπετῆ στέργε, μήτε λόγον μετὰ θράσους ἀποδέχου · τὸ μὲν γὰρ ἀνόητον, τὸ δὲ μανικόν. ἃ ποιεῖν αἰσχρόν ,…
Isocrates, Speeches
-
…ἔχουσα δʼ ἤδη τἀπʼ ἐμοῦ τεκμήρια γένος τʼ ἂν ἐξεύχοιο καὶ λέγοις πρόσω. μακράν γε μὲν δὴ ῥῆσιν οὐ στέργει πόλις. βραχὺς τορός θʼ ὁ μῦθος · Ἀργεῖαι γένος ἐξευχόμεσθα, σπέρματʼ εὐτέκνου βοός · καὶ ταῦτʼ ἀληθῆ πάντα…
Aeschylus, Suppliant Women