στεπτήριος
στεπτήριος, of or for crowning
στεπτήριος, ον,
- of or for crowning, τὰ σ.,= στέμματα, Hsch.: Στεπτήριον, τό, a festival at Delphi, Plu. Aet.Gr. 2.293c.
στεπτήριος, zum Bekränzen gehörig ; τὰ στεπτήρια, = στέμματα, Hesych. Vgl. σεπτήριος.