στέργημα
στέργημα, a love-charm
στέργ-ημα, ατος, τό,
- love-charm, τινος to influence him, S. Tr. 1138.
στέργημα, ατος (τὸ) philtre amoureux, Soph. Tr. 1138.
Étym. στέργω.
στέργημα, τό, = στέργηθρον, Soph. Trach. 1128.
στέργημα, ατος, τό,
- a love-charm, τινος to influence him, Soph. from στέργω