συγκασιγνήτη
συγκασιγνήτη, an own sister
συγκᾰσιγνήτη, ἡ,
- own sister, E. IT 800.
συγ·κασιγνήτη, ης (ἡ) [ᾰ] sœur commune, Eur. I.T. 800.
συγκασιγνήτη, Mitschwester, Eur. I.T. 800.
συγκασιγνήτη
συγ-κᾰσιγνήτη, ἡ,
- an own sister, Eur.