συγκαταδαρθάνω
συγκαταδαρθάνω, sleep with
συγκατα-δαρθάνω, in aor. 2 -έδαρθον, as aor. of συγκαθεύδω,
- sleep with one, Ar. Ec. 613, 622 (anap.).
συγ·καταδαρθάνω (f. -δαρθήσω, ao. 2 συγκατέδαρθον, etc.) dormir avec, Ar. Eccl. 613, 622.
συγκαταδαρθάνω, (δαρθάνω), mit od. bei Einem schlafen ; ξυγκαταδαρθεῖν, Ar. Eccl. 613, 622.