συγκατάγνυμι
συγκατάγνυμι, crush
συγκατ-άγνυμι,
- crush, Sm. Ps. 28(29).5, al.; break, Jul. Or. 2.60a.
συγ·κατάγνυμι [ῡ] (f. -κατάξω, ao. -κατέαξα, etc.) briser ensemble, Symm. Ps. 67, 24 ; Jul. 60a.