συμπλέκτειρα Save LSJ Bailly 2024 Pape συμπλέκ-τειρα, ἡ, f.l. for συμπαίκτειρα (q.v.). συμπλέκτειρα, ας (ἡ) qui enlace, Orph. H. 28, 9 dout. Étym. συμπλέκω. συμπλέκτειρα, ἡ, die Verflechterin, Orph. H. 28.9, zw.