συμποσιαρχία
συμποσιαρχία, office of συμποσίαρχος, president of a drinking-party
συμποσι-αρχία, ἡ,
- office of συμποσίαρχος, Plu. QConv. 2.620a.
συμποσιαρχία, ας (ἡ) présidence d’un banquet, Plut. M. 620a.
Étym. συμποσίαρχος.
συμποσιαρχία, ἡ, das Geschäft od. Amt des συμποσίαρχος, Plut. Symp. 1.4.2.