συνθηκοποιέομαι
συνθηκο-ποιέομαι,
- = συνθήκας ποιέομαι, EM 663.51, Hsch. s.v. σύνθεο:—Act. in Sch. Ar. Pl. 1060.
συνθηκοποιέομαι, = συνθήκην ποιέομαι, einen Vertrag machen, VLL.